Δημογραφικό πρόβλημα: Προοπτικές και στόχοι στο περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης-της Μαρίας Ναυροζίδου*

Η πραγματικότητα πολλές φορές καθορίζει με απόλυτο τρόπο, εξελίξεις, γεγονότα ενώ την ίδια στιγμή μπορεί να αφυπνίσει κοινωνίες και φορείς. Μπροστά σε μια τέτοια πραγματικότητα, βρίσκεται δυστυχώς σήμερα η χώρα μας, χωρίς να μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε ότι έχει αφυπνιστεί, αντιμετωπίζοντας μια ζοφερή κατάσταση γήρανσης του πληθυσμού και μειωμένης ανανέωσής του.

Κατά τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετίας, ορισμένες χώρες της Ευρώπης μεταξύ αυτών και η Ελλάδα σημείωσαν μικρή αλλά σταθερή αύξηση του αριθμού των γεννήσεων. Έτσι δημιουργήθηκε ένα κλίμα αισιοδοξίας ως προς τις δημογραφικές προοπτικές της Γηραιάς Ηπείρου, αφού το πρόβλημα καταγραφόταν σε ολόκληρη την ήπειρο, με τις ανάλογες ανά χώρα διακυμάνσεις. Ωστόσο η αισιοδοξία παραχώρησε τη θέση της στην απελπισία αφού η οικονομική και νομισματική κρίση του 2008 ανέτρεψε τα πάντα.

Το πρόβλημα εκτινάχθηκε περισσότερο στις νότιες περιοχές της γηραιάς ηπείρου και έπληξε κατά κύριο λόγο την Πορτογαλία και την Ελλάδα. Στη χώρα μας το δημογραφικό, δεν αποτελεί πρόβλημα μεμονωμένων περιοχών ή πόλεων της Ελλάδας. Αφορά ολόκληρη τη χώρα και επηρεάζει το οικονομικό μέλλον της. Έτσι η καθίζηση του ΑΕΠ και οι διακυμάνσεις στα μακροοικονομικά δεδομένα της χώρας, καθώς και η υψηλή ανεργία, εικονογραφούν μια κατάσταση η οποία σε περίοδο κρίσης, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να έχει αναστρέψιμη πορεία.

Σύμφωνα με το πόρισμα της Διακομματικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για το Δημογραφικό, η μείωση των γεννήσεων μεταξύ των Ελληνίδων, δεν είναι αποτέλεσμα προσωπικής επιλογής, αλλά αποτέλεσμα καταστάσεων που επιβάλλονται πρωτίστως από το οικονομικό περιβάλλον, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί για τη χώρα μας, τα χρόνια, του Μνημονίου..

Σύμφωνα με τα στοιχεία της απογραφής του 2001, οι συζυγικές οικογένειες είχαν στην πλειονότητά τους δύο παιδιά. Το 2011, άνω του 65% των ζευγαριών έχουν το πολύ ένα παιδί, το 27% έχουν δύο παιδιά και μόλις το 7% έχουν τρία ή περισσότερα παιδιά. Το 37% των παντρεμένων ζευγαριών και το 85% των ζευγαριών που συμβιώνουν, χωρίς να έχουν παντρευτεί, δεν έχουν παιδιά.

Μια αναγωγή στα παραπάνω στοιχεία σε βάθος εικοσαετίας μας οδηγούν στο θλιβερό συμπέρασμα, ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας θα κυμανθεί από 10,4 έως 9,5 εκατομμύρια, ενώ το 2050 ο πληθυσμός της Ελλάδας θα κυμανθεί από10,0 έως 8,3 εκατομμύρια με ό,τι αυτό σημαίνει και στην ηλικιακή δομή του πληθυσμού.

Απειλούνται το συνταξιοδοτικό σύστημα, το σύστημα υγείας, ο χώρος της επιστήμης, της έρευνας, και της εργασίας. Σε κάθε περίπτωση πάντως η πολιτική βούληση είναι απαραίτητη για να ενεργοποιηθεί ένα στρατηγικό αναπτυξιακό μακροχρόνιο σχέδιο αύξησης του πληθυσμού της χώρας. Η χώρα μας χρειάζεται χρειάζεται δομικές μεταρρυθμίσεις, μέσω των οποίων το κάθε ελληνικό νοικοκυριό θα βιώσει τις θετικές προοπτικές αύξησης των μελών του.

Είναι λοιπόν άμεση ανάγκη το κράτος να εκπονήσει ένα επιχειρησιακό σχέδιο αντιμετώπισης του προβλήματος μέσα από την ενίσχυση εκείνων των δομών που θα στηρίζουν προγράμματα καταπολέμησης της ανεργίας, μείωση της φορολογίας, παροχή κινήτρων και διευκολύνσεων στα νέα ζευγάρια, στις πολύτεκνες και μονογονεϊκές οικογένειες, προγράμματα εγγυημένης κοινωνικής συνοχής, ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας καθώς και ίσων ευκαιριών για όλους.

Και όλα τα παραπάνω πρέπει να γίνουν …χθες. Το σήμερα είναι παρωχημένο και το αύριο έχει ήδη ξεπεραστεί.

*Η Μαρία Ναυροζίδου Πρόεδρος Τριτέκνων Ανατολικής Αττικής και υποψήφια Ευρωβουλευτής με την ΟΡΘΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

πηγή εικόνας: www.tanea.gr